προσθαλασσώνω

προσθαλασσώνω
[-ώ (ο)] μετ. опускать на водную поверхность; приводнять (гидроплан, космический корабль);

προσθαλασσώνομαι [-ούμαι] — опускаться на водную поверхность, приводняться


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προσθαλασσώνω" в других словарях:

  • προσθαλασσώνω — προσθαλασσώνω, προσθαλάσσωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσθαλασσώνω — Ν κατεβάζω ομαλά υδροπλάνο ή άλλη πτητική μηχανή στην επιφάνεια τής θάλασσας. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + θάλασσα + κατάλ. ώνω] …   Dictionary of Greek

  • προσθαλασσώνω — προσθαλάσσωσα, προσθαλασσώθηκα, προσθαλασσωμένος, κατεβάζω υδροπλάνο ή διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της θάλασσας: Το υδροπλάνο προσθαλασσώθηκε ομαλά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσ- — ΝΜΑ α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση πρός και εμφανίζει τις εξής σημασίες: α) επίταση ή επαύξηση τής σημ. τού β συνθετικού (πρβλ. προσ αυξάνω, προσ έτι, προσ θέτω, πρόσ οδος, προσ φιλής, πρόσ χαρος) β) την… …   Dictionary of Greek

  • προσθαλάσσωση — η, Ν [προσθαλασσώνω] η ομαλή κάθοδος υδροπλάνου ή άλλης πτητικής μηχανής ή διαστημοπλοίου στην επιφάνεια τής θάλασσας …   Dictionary of Greek

  • προσυδατώνω — Ν [ὑδατώνω] προσθαλασσώνω υδροπλάνο ομαλά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»